Blog
ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

-Τι είναι η παρακίνηση των εργαζομένων και γιατί είναι σημαντική για την ομαλή λειτουργία                                           μίας σύγχρονης επιχείρησης;

Κατά τον Higgins, η παρακίνηση είναι η εσωτερική ώθηση που ικανοποιεί τις ανικανοποίητες ανάγκες του ανθρώπου. Η παρακίνηση είναι ένα σύνολο από ενεργητικές δυνάμεις, οι οποίες μπορεί να προέρχονται από τον ίδιο τον άνθρωπο ή από το περιβάλλον του και καθορίζουν την στάση του απέναντι στην εργασία. Η παρακίνηση είναι πολύ σημαντική για την διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά και την απόδοση των εργαζομένων. Το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί το πιο σημαντικό κεφάλαιο μίας επιχείρησης, και με την σωστή παρακίνηση, ο κάθε εργαζόμενος, ακόμα και ένας μέτριας αποτελεσματικότητας μπορεί να γίνει πιο αποδοτικός για την επιχείρηση, βοηθώντας περαιτέρω την επίτευξη των στόχων της.

Οι θεωρίες παρακίνησης στοχεύουν να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως τι κάνει τον άνθρωπο να θέλει να δουλέψει περισσότερο ή λιγότερο, τι προσδιορίζει την συμπεριφορά απέναντι στην εργασία αλλά και ποιες μεταβλητές πρέπει να επηρεασθούν και προς ποια κατεύθυνση για να αποδίδουν οι εργαζόμενοι. Με τα χρόνια, πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί αναφορικά με την παρακίνηση του ανθρωπίνου δυναμικού. Οι θεωρίες παρακίνησης χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, τις θεωρίες περιεχομένου και τις θεωρίες διαδικασιών. Οι πρώτες αναφέρονται στο περιεχόμενο και το είδος των κινήτρων, που ενεργοποιούν τους ανθρώπους και τους ωθούν σε συγκεκριμένη συμπεριφορά, ενώ στις δεύτερες ανήκουν οι θεωρίες που δίνουν έμφαση στις διαδικασίες που ωθούν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται κατά συγκεκριμένο τρόπο Το συμπέρασμα όμως που έχει εξαχθεί, είναι πως καμία από αυτές τις θεωρίες δεν είναι από μόνη της επαρκής για να καλύψει όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων και επιχειρήσεων.

Ας δούμε μερικές από αυτές:

Θεωρία Ιεράρχησης των Αναγκών του Maslow 

Σύμφωνα με τον A.Maslow οι ανάγκες των ανθρώπων κατατάσσονται σε 5 διαφορετικά επίπεδα τα οποία αναπτύσσονται με την μορφή πυραμίδας και με το χαρακτηριστικό ότι ανάλογα με την φάση στην οποία βρίσκεται η ζωή μας μετακινούμαστε ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας σε αυτά. Βάση της πυραμίδας των αναγκών του Maslow είναι οι βιολογικές ή φυσικές ανάγκες των ανθρώπων. Οι ανάγκες δηλαδή που σχετίζονται με την βιολογική του επιβίωση. Ακολουθούν οι ανάγκες ασφάλειας που σχετίζονται με την γενικότερη ασφάλεια που έχει ένας άνθρωπος και πως αυτή εξασφαλίζεται στην ζωή του. Στο επόμενο επίπεδο βρίσκονται οι κοινωνικές ανάγκες δηλαδή οι ανάγκες που σχετίζονται με την ένταξη των ανθρώπων σε μια κοινωνία. Οι ανάγκες αυτοεκτίμησης που σχετίζονται με την αναγνώριση και την αποδοχή από τα άλλα μέλη και τέλος στο ανώτερο επίπεδο βρίσκονται οι ανάγκες αυτοπραγμάτωσης ή αυτοολοκλήρωσης που σχετίζονται με την ατομική πληρότητα του καθενός, η ικανοποίηση δηλαδή που απολαμβάνει κανείς μέσα από την προσωπική του ολοκλήρωση. Όλες αυτές οι ανάγκες αποτελούν ισχυρά κίνητρα ώστε οι άνθρωποι να δρουν και να ικανοποιούν το ελάχιστο σε κάθε επίπεδο αναγκών. Ο Maslow πίστευε ότι όταν μια ανάγκη είναι ανικανοποίητη σε ελάχιστο επίπεδο μόνο τότε θα αποτελέσει κίνητρο για τον καθένα μας να δράσουμε ώστε να την ικανοποιήσουμε (π.χ. θα αγοράσουμε τρόφιμα όταν διαπιστώσουμε έλλειψη, όταν πεινάσουμε). Επιπλέον, ισχύει ότι εάν δεν έχει ικανοποιηθεί η ανάγκη ενός επιπέδου, ο άνθρωπος δεν μπορεί να προχωρήσει στην ικανοποίηση αναγκών υψηλότερου επιπέδου. Για παράδειγμα, όταν ένας άνθρωπος πεινάει και δεν έχει καταφύγιο, δεν τον απασχολεί η ασφάλεια ή η αυτοπραγμάτωση.

Οι Θεωρίες Χ και Y του McGregor

Σύμφωνα με τον McGregor, γίνεται διάκριση μεταξύ των παραδοσιακών θέσεων της διοίκησης σε σχέση με τους εργαζόμενους και των σύγχρονων θέσεων, παραβάλλοντας δύο θεωρητικές θέσεις: την θεωρία Χ, που απηχεί τις παραδοσιακές αυταρχικές αντιλήψεις και την θεωρία Ψ, που αντανακλά τις σύγχρονες θέσεις για τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του. Η θεωρία X υποθέτει ότι ο τυπικός εργαζόμενος είναι αδιάφορος, απεχθάνεται την δουλειά και θα εργαστεί όσο το δυνατό λιγότερο.  Το στέλεχος θα πρέπει να επιβλέπει στενά και να ελέγχει μέσω ανταμοιβής και τιμωρίας. Η θεωρία Y υποθέτει ότι ο τυπικός εργαζόμενος ενδιαφέρεται, θέλει να κάνει σωστά την δουλειά του, και η δουλειά η ίδια θα καθορίσει αν ο εργαζόμενος θα την αγαπήσει ή όχι. Τα στελέχη θα πρέπει να επιτρέπουν στον εργαζόμενο ελευθερία κινήσεων και να κινητοποιούν το ενδιαφέρον του για την δουλειά. 

 

Η Θεωρία της Ισότητας του Adams 

Η θεωρία που ανέπτυξε ο J.Adams στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι άνθρωποι επιθυμούν να υπάρχει δικαιοσύνη στις σχέσεις συναλλαγής που έχουν με άλλους ανθρώπους ή με οργανισμούς. Η αίσθηση της δικαιοσύνης δημιουργείται μέσω μιας διαδικασίας συγκρίσεων κατά την οποία αξιολογούνται ο βαθμός προσφοράς και οι αντίστοιχες απολαβές των μελών του οργανισμού. Ως προσφορά ενός εργαζόμενου καταγράφονται η ποιοτική και ποσοτική του απόδοση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του, οι ειδικές γνώσεις. Παράλληλα, ως απολαβές εννοούνται οι αποδοχές, οι ηθικές ανταμοιβές, η αναγνώριση. Σύμφωνα με τη θεωρία της δικαιοσύνης το μέλος Χ μιας οργάνωσης συγκρίνει το λόγο προσφοράς Π προς τις απολαβές Α με αυτό κάποιου άλλου μέλους Ζ ως πρόσωπο αναφοράς. Στην ιδανική περίπτωση οι λόγοι είναι ίσοι:

ΠΧ/ΑΧ = ΠΖ/ΑΖ

Αν το άτομο έχει την αίσθηση ότι οι λόγοι δεν είναι ίσοι, δηλαδή ότι υπάρχει αδικία, προσπαθεί να την αναιρέσει με διάφορους τρόπους: μεταβάλλοντας την προσφορά ή τις απολαβές του, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά του προσώπου αναφοράς, αλλάζοντας άποψη ή ακόμη εγκαταλείποντας τον οργανισμό. Πιο συγκεκριμένα, η θεωρία της δικαιοσύνης προβλέπει ότι: 

  • Όταν ο εργαζόμενος πληρώνεται με βάση την ποσότητα που παράγει, προσπαθεί να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη μεταβάλλοντας την ποιότητα του έργου που παράγει. Δηλαδή, αν θεωρεί ότι υπεραμείβεται σε σχέση με τους συναδέλφους του, βελτιώνει την ποιότητα, ενώ αν θεωρεί ότι δεν αμείβεται αρκετά, υποβαθμίζει την ποιότητα του έργου του. 

  • Όταν ο εργαζόμενος πληρώνεται με την ώρα, σε περίπτωση που αντιλαμβάνεται αδικία προσπαθεί να την επανορθώσει μεταβάλλοντας την ποσότητα του έργου που παράγει. Αν θεωρεί ότι υπεραμείβεται σε σχέση με τους συναδέλφους του, προσπαθεί να αυξήσει την παραγωγή, ενώ αν νιώθει ότι αδικείται, μειώνει την παραγωγικότητά του. 

Οι απόψεις του Adams επαληθεύτηκαν από την έρευνα, μόνο για τις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι είχαν την αίσθηση ότι οι απολαβές τους ήταν χαμηλότερες. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί, ότι η θεωρία του Adams δε λαμβάνει υπόψη της το πλήθος των αξιών που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά εστιάζει μόνο στην αξία της δικαιοσύνης.

         Της Μαρίνας Γκολφινοπούλου